Είμαι έξι ή επτά ετών και διασχίζω την οδό Μελά στην Άρτα, επιστρέφοντας σπίτι από το σχολείο. Η μέρα είναι ηλιόλουστη, όπως λένε, αλλά φυσάει κατά ριπάς. Ακολουθώ την καθημερινή διαδρομή και στη συμβολή της Μελά με την οδό Βλαχερνών στρίβω αριστερά. Μια νεαρή ενήλικη γυναίκα έρχεται από την αντίθετη πλευρά τού πεζοδρομίου και λίγα μέτρα πριν διασταυρωθούμε σωριάζεται στο έδαφος. Ένα κομμάτι μάρμαρο από κάπου έχει αποκολληθεί και την έχει χτυπήσει στο κεφάλι. Οι θαμώνες ενός παρακείμενου καφενείου πετάγονται έξω και την περικυκλώνουν. Κοντοστέκομαι για λίγο αλλά δεν διακρίνω τίποτα πιά. Επιστρέφω σπίτι και προσπαθώ να κάνω οτιδήποτε κάνει ένα παιδί σ’ αυτήν την ηλικία. Εις μάτην. Ό,τι προηγήθηκε μου φαντάζει τόσο εξωπραγματικό, ώστε διστάζω να το μοιραστώ με τους δικούς μου.

 

Τις επόμενες μέρες παρεκλίνω λίγο της καθημερινής μου διαδρομής, στρίβω δεξιά στη Βλαχερνών κι αφού διασχίζω τα λίγα μέτρα ως την συμβολή της με την οδό Κρυστάλλη, περνώ απέναντι και στέκομαι μπροστά στο πίνακα που αναρτούν τα κηδειόχαρτα στην εκκλησία τού Αγίου Μάρκου. Διάβαζω άγνωστα ονόματα κι όταν πρόκειται για κάποια θανούσα, ελέγχω τα χρόνια που έζησε. Οι ηλικίες προδίδουν γηραιές κυρίες κι όσο περνούν οι μέρες αρχίζω να εφησυχάζω. Κάποια μέρα στρίβω ασυνείδητα αριστερά στη Βλαχερνών. Ξεχνώ το περιστατικό.

 

Κατά την διάρκεια ενός άσκοπου περιπάτου στην περιοχή του Παγκρατίου αποφασίζω να περάσω από την πλατεία Βαρνάβα για να δω από κοντά το πετυχημένο, κατά τα λεγόμενα, σχέδιο ανάπλασής της και να τερματίσω έτσι το άσκοπο της περιπλάνησής μου. Εισέρχομαι λοιπόν στην οδό Πρόκλου που θα με οδηγήσει στη καρδιά της πλατείας αλλά πριν προλάβω να διασχίσω καμιά τριανταριά μέτρα ακούω κάτι να διαλύεται πίσω μου με πάταγο. Ένα κομμάτι από την πρόσοψη του ερειπωμένου κτιρίου που μόλις έχω προσπεράσει έχει αποκολληθεί και τα χαλάσματα σκορπίστηκαν στο πεζοδρόμιο. Περνώ απέναντι και στέκομαι χαζεύοντας το εγκαταλειμμένο σπίτι. Η περασμένη ώρα, ο κακοφωτισμένος δρόμος και το αδιάληπτο ψιλόβροχο διαλύουν οποιαδήποτε πρόθεση αντικειμενικής ματιάς. Το πορφυρά γράμματα στη ταμπέλα «πωλείται», που βρίσκεται στο μικρό μπαλκόνι του ορόφου, φαντάζουν τουλάχιστον ειρωνικά σε σχέση με τις καφετί πολυκαιρισμένες και απογυμνωμένες πρώτες ύλες του κτίσματος. Είναι ένα από τα πολυάριθμα ερειπωμένα κτίρια της πρωτεύουσας, των οποίων οι όψεις προκαλούν ανάμικτα συναισθήματα.

 

Συνεχίζω το δρόμο μου κι αναθυμούμαι τα νεοκλασικά σπίτια που έχω επισκεφθεί τον τελευταίο καιρό, συνήθως στο πλαίσιο κάποιας έκθεσης, όπως αυτό στην οδό Καπλανών στο Κολωνάκι. Πρόκειται για μια νεοκλασική κατοικία που η γοητεία της έγκειται, πέρα από την αρχιτεκτονική της αξία, και στις ζωές των ανθρώπων που φιλοξένησε. Εκεί έζησε, μεταξύ των άλλων, και η Ελένη Ζουζούλα-Κανελλοπούλου, η πρώτη ελληνίδα συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας.

 

Κατηφορίζω την Πρόκλου και σκέφτομαι ότι ίσως να ‘ναι οι λησμονημένες ιστορίες των ανθρώπων που προκαλούν ανάμικτα συναισθήματα, όταν στέκεται κανείς μπροστά σε μια ερειπωμένη κατοικία, αποκλεισμένος από τον εσωτερικό διάκοσμο, ο οποίος ρημάζει απομονωμένος, όσο τα βλέμματα των περαστικών προσκρούουν στις προσόψεις. Όταν εισέρχομαι στην πλατεία Βαρνάβα μου έρχονται στο μυαλό κάποιοι στίχοι του Ρίτσου.

 

Μες στα βαθιά φυλλώματα

καρποί και καρποί

κόκκινα κίτρινα πουλιά

κοιμισμένα.

 

Ως τις μέρες μας, το 80% των κτιρίων νεοκλασικής και μοντέρνας αρχιτεκτονικής που κτίστηκαν στην Αθήνα από το 1830 έως το 1940 έχουν καταστραφεί, ενώ όσα ακόμη διασώζονται, περί τα 1500 καταγεγραμμένα στο κέντρο της πόλης, υπόκεινται στο έλεος της φθοράς. Σε γενικές γραμμές, οι λόγοι γι’ αυτή την φθίνουσα πορεία εντοπίζονται αρχικά στην γερμανική κατοχή, κατόπιν στην ταραχώδη περίοδο του εμφυλίου, έπεται το κύμα της αστυφιλίας και η γνωστή υπόθεση της αντιπαροχής, ενώ το τελευταίο χτύπημα έρχεται με την τρέχουσα περίοδο της οικονομικής κρίσης, οπότε κράτος και ιδιώτες αδυνατούν να συντηρήσουν ό,τι έχει απομείνει. Εν ολίγοις η υπόθεση θα μπορούσε να αποτελέσει ένα εναλλακτικό ιστορικό αφήγημα από την εποχή της βασιλείας του Όθωνα, όταν κι εμφανίζονται τα πρώτα δείγματα νεοκλασικής αρχιτεκτονικής, διατρέχοντας στη συνέχεια την περίοδο του αρχιτέκτονα Ερνστ Τσίλερ που καθορίζει εν πολλοίς την εικόνα των δημόσιων κτιρίων στην Αθήνα, για να φτάσει στις δεκαετίες μεταξύ του 1920 και του 1940, εποχή κατά την οποία οι αρχιτέκτονες σχεδιάζουν υπό την επίδραση του μοντέρνου κινήματος.

 

Ενώ είμαι σκυμμένος μπροστά στη βιβλιοθήκη ψάχνοντας για την συλλογή τού Ρίτσου όπου περιέχεται το ποίημα που με συντρόφευσε στη πλατεία Βαρνάβα, παρατηρώ ότι στο ψηλότερο ράφι επικρέμαται ένα πήλινο γλαστράκι. Σηκώνομαι να το σπρώξω στη θέση του κι αρχίζω να σκέφτομαι τα διάφορα πράγματα που κατά καιρούς μου έχουν πέσει στο κεφάλι. Παρατάω ό,τι κάνω και κάθομαι να τα καταγράψω σε μια κλίμακα από το πιο ανώδυνο, για το κεφάλι μου, ως το πιο επώδυνο. Αρχίζω μ’ ένα πορτοκάλι, το οποίο κατόπιν κάθισα και το έφαγα και καταλήγω στο καπάκι μιας χύτρας που μ’ έστειλε στο νοσοκομείο για ράμματα. Έπειτα οι σκέψεις μου ξεφεύγουν προς πράγματα που μ’ έχουν «χτυπήσει» κατά κούτελα, που λένε, οπότε αρχίζω να ψάχνω πάλι για τον Ρίτσο. Το ποίημα βρίσκεται στη συλλογή «Το ρόπτρο» που εκδόθηκε το 1978 από την Νεφέλη. Διαβάζω το πρώτο ποίημα, το οποίο ήταν κι ο λόγος που αγόρασα το συγκεκριμένο βιβλίο.

 

img

Χτύπησε το ρόπτρο

ξαναχτύπησε…

 

Ακόμη μια συσχέτιση με τα παλιά κτίρια σκέφτομαι, καθώς αρχίζω ν’ αλιεύω πληροφορίες από το διαδίκτυο σχετικά με την υπόθεση. Η αλληλουχία των άρθρων με φέρνουν στην σελίδα της Guardian όπου διαβάζω σχετικά ότι μια τελευταία ελπίδα γι’ αυτά τα κτίρια είναι οι κινέζοι αγοραστές, οι οποίοι μ’ αυτό τον τρόπο λαμβάνουν την Golden Visa που τους επιτρέπει να κινούνται ελεύθερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Κάποια στιγμή πληκτρολογώ την λέξη ρόπτρο και μεταξύ των άλλων εμφανίζεται κι ένα λεύκωμα. Ανοίγω την σελίδα κι από τα συμφραζόμενα έχω την υποψία ότι πρόκειται για το λεύκωμα που είχα ξεφυλλίσει πριν καιρό στο σπίτι της αδερφής μου.

 

Επιβεβαιώνω την εντύπωσή μου όταν πιάνω ξανά στα χέρια μου το λεύκωμα του Πλάτωνα Τσούλου στο οποίο περιέχονται φωτογραφίες με ρόπτρα από διάφορες πόλεις της Ελλάδας. Μεταξύ αυτών και ορισμένες από την Άρτα στις περισσότερες από τις οποίες τα ρόπτρα παριστάνουν επιθύρια χέρια. Όταν εξηγώ στην αδερφή μου πως προέκυψε το ιδιαίτερο ενδιαφέρον μου για το θέμα και της ξετυλίγω το διάβα των σκέψεών μου τις τελευταίες μέρες, αυτή μου προτείνει να γράψω και μια λίστα των πραγμάτων που παραλίγο να μου πέσουν στο κεφάλι.

 

Ο Ευθύμιος Σακκάς γεννήθηκε στην Άρτα το 1980 και σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών. Από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης κυκλοφορούν τα βιβλία του “Τα κακώς κείμενα” και “Σημειώσεις μιας έρπουσας προσωπικότητας”