Η πρόσφατη οργανωμένη επίθεση των νεαρών αντιεξουσιαστών στο αστυνομικό τμήμα της Ομόνοιας επαναφέρει ένα διαχρονικό πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας στην επικαιρότητα. Οι πολίτες ολοένα και περισσότερο αναρωτιούνται γιατί δεν τους πιάνουν. Κάποιοι σπεύδουν να δώσουν την εύκολη και βολική απάντηση ότι δεν το κάνουν επειδή είναι μυστικοί της Αστυνομίας και παρακρατικοί. Η συνομωσιολογική αυτή προσέγγιση μπορεί να δίνει άλλοθι σε ορισμένους, δεν αντιμετωπίζει όμως στη ρίζα το πρόβλημα. Βεβαίως μέσα στις τάξεις των λεγόμενων “μπαχαλάκηδων” μπορεί να παρεισφρέουν και μυστικοί και πράκτορες και παρακρατικοί, κάποιες φορές ίσως και να υποκινούν τα πράγματα, αλλά δεν είναι αυτοί η αιτία των επεισοδίων.

Οι νεαροί αντιεξουσιαστές που απαρτίζουν αυτό το “ιδιότυπο αντάρτικο πόλης” δεν αποδέχονται καμία “καθεστωτική Αριστερά” και φυσικά το σύστημα. Η σύγκρουση στο πεδίο μάχης, το πεζοδρόμιο, είναι για αυτούς η μόνη δυνατή βεβήλωση του συστήματος που αγαπούν να μισούν, αδιαφορώντας για τις συνέπειες. Η ύπαρξή τους περνάει και μέσα από την σύγκρουση με τον “εχθρό”. Η ιδεολογική τους απέχθεια για την πολιτική και τους αντιπροσώπους της, τους οδηγεί στην κατά μέτωπο σύγκρουση με τους φανερούς εκπρόσωπους της εξουσίας, τους αστυνομικούς. Και κάπου εκεί το παιγνίδι μετατρέπεται σε “κλέφτες και αστυνόμοι”, αφήνοντας την κοινωνία να παρακολουθεί από μακριά με οργή ή έστω με απάθεια τους βανδαλισμούς και τους τραυματισμούς, ενώ την ίδια στιγμή η δημοκρατία υποσκάπτεται και η ελευθερία πλήττεται.

Το φαινόμενο δεν είναι σημερινό, η νεότητα πάντοτε “έπαιζε” με τη φωτιά, κυριολεκτικά και μεταφορικά, ωστόσο είναι η νεανική εξέγερση του 2008 που ριζοσπαστικοποίησε ένα τμήμα της νεολαίας και τροφοδότησε τις σημερινές οργανωμένες ομάδες των αντιεξουσιαστών-μπαχαλάκηδων.

 

Ακολουθεί ένα απόσπασμα από το βιβλίο “Ο 'Αγγελος που έχασε τον δρόμο για τον Παράδεισο”, εκδόσεις Ψυχογιός, 2016

[...]O 'Aγγελος είχε πάρει το βάπτισμα του πυρός στην εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008 που ακολούθησε την εν ψυχρώ δολοφονία του δεκαπεντάχρονου Αλέξη. Μαζί με χιλιάδες συμμαθητές του ανέβασαν τις κουκούλες τους και κατέβηκαν στους φλογισμένους δρόμους της Αθήνας, θέλοντας να απαντήσουν στη βαρβαρότητα των αστυνομικών, στην υποκρισία των πολιτικών και στον εκμαυλισμό μιας κοινωνίας που αργοπέθαινε στη σήψη. Εκείνη τη νύχτα του Αγίου Νικολάου βρέθηκε για πρώτη φορά από το πεδίο της θεωρίας στο πεδίο της μάχης, μεθώντας από τη βακχεία της εξεγερσιακής βίας. Όταν εκσφενδόνισε την πρώτη του μολότωφ, ήταν σαν να περνούσε, με μια τελετουργική κίνηση, οριστικά στον κόσμο της ενηλικίωσης. Εκείνη τη μακριά νύχτα είδε αντιεξουσιαστές και αναρχικούς που έσπαγαν έξαλλα κάθε τι που για αυτούς συμβόλιζε το κτήνος: τράπεζες, πολυεθνικές, κρατικά κτίρια. Είδε όμως και αγέλες βανδάλων, χωρίς καμία πολιτική συνείδηση, με κάθε είδους λούμπεν αναρχοειδή στοιχεία, από μπαχαλάκηδες και πρεζάκια μέχρι τσιγγάνους και μετανάστες, να σπάνε αδιακρίτως ό,τι νάναι, να λεηλατούν καταστήματα, να κλέβουν κράνη και κινητά ακόμα και από αναρχικούς. Και ανάμεσά τους να ξεγλιστρούν, σκιές στο σκοτάδι, οι διάφοροι διατεταγμένοι σε υπηρεσία από γνωστά και άγνωστα, εγχώρια και εξωχώρια κέντρα εξουσίας. Ο 'Αγγελος συνεπαρμένος από την αδρεναλίνη της δράσης και το ρομαντισμό της νιότης, αναζητούσε ανάμεσα στα οδοφράγματα και τις φωτιές, όπως και τα χιλιάδες παιδιά της τάξης του με τα σνίκερς και τα χούντις, μια απάντηση σε όσα τον έκαιγαν βαθιά μέσα του, μια απάντηση σε όσα αναζητούσε και δεν έβρισκε απαντήσεις στα βιβλία. Εκείνο που κατάλαβε τότε ήταν, όπως έλεγε και ένα σύνθημα εκείνων των ημερών, πως ο Δεκέμβρης δεν ήταν η απάντηση, ήταν η ερώτηση [...]

 

https://dgiotis.artapress.gr/books/2/