Tο τοπίο της φωτογραφίας στην «πραγματικότητα» είναι ένα τοπίο που μεταβάλλεται διαρκώς με την πάροδο του χρόνου: το νερό ρέει, οι πέτρες διαβρώνονται, τα δένδρα γερνάνε. Και όμως κοιτώντας τη συγκεκριμένη φωτογραφία- που “αιχμαλώτισε” μια μοναδική στιγμή του παρελθόντος χρόνου- με τα παγωμένα νερά και τα ασάλευτα δένδρα, μας δημιουργείται μια διαφορετική αίσθηση: εκείνης της ακινησίας και της αιωνιότητας. Ο χρόνος που όλες τις υπόλοιπες μέρες του χρόνου μοιάζει να κυλάει ακαταπαύστως, όπως το νερό του καταρράκτη, εδώ δείχνει να κρυσταλλώνεται σε ένα άχρονο σημείο. Η εικόνα θα μπορούσε να παριστάνει μια “λευκή τρύπα”, κατ’ αναλογία με τις περίφημες μαύρες τρύπες του Σύμπαντος, εκεί οπου ο χρόνος παγώνει, παύει να κυλάει.

 

Μεταφορικά αυτή η εικόνα θα μπορούσε να είναι ακόμα η απάντηση του Αγίου Αυγουστίνου στο βασανιστικό του ερώτημα «Τι έκανε ο Θεός πριν από τη Γέννηση του Κόσμου;», ότι δηλαδή πριν απο τη Δημιουργία δεν υπήρχε αυτό που εμείς οι άνθρωποι αντιλαμβανόμαστε, μέσα από τη φθαρτή μας ύπαρξη ως μια συνεχή ροή προς το μέλλον και ονομάζουμε χρόνο και ότι για το Θεό δεν υπάρχει χρόνος αλλά αιωνιότητα, όπου οι έννοιες παρελθόν, παρόν και μέλλον δεν έχουν νόημα. Η αντίληψη αυτή περί γραμμικού χρόνου, που τόσο μοναδικά διατύπωσε ο μεγάλος χριστιανός φιλόσοφος, ήταν απότοκος της επίδρασης των μονοθεϊστικών θρησκειών (με το εσχατολογικό τους υπόβαθρο) και επικράτησε, τουλάχιστον στη Δύση, μετά τον 18ο αιώνα, κυρίως κάτω από το βάρος των θέσεων του Κάντ που επέκτεινε τις φιλοσοφικές απόψεις του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη για μια προσανατολισμένη, ευθύγραμμη και μη αναστρέψιμη εξέλιξη του χρόνου.

 

Και όμως είμαστε εδώ για να γιορτάσουμε τα Χριστούγεννα, την έλευση της Πρωτοχρονιάς, να ζήσουμε το γύρισμα του χρόνου σε μια θαυμαστή κυκλικότητα και επαναληπτικότητα που μας πάει πίσω σε αρχαίες αντιλήψεις, σύμφωνα με τις οποίες τα πάντα κινούνται κυκλικά και επιστρέφουν διαρκώς στην αρχική τους θέση. Και πως θα μπορούσε άλλωστε να βιώνουμε διαφορετικά τη χρονικότητα, αφού ζούμε μέσα σε έναν κόσμο, όπου ο ήλιος η  σελήνη οι πλανήτες, η ίδια η Γή περιστρέφονται, κινούνται κυκλικά, ξαναγυρίζουν στο αρχικό σημείο, το χειμερινό ηλιοστάσιο δίνει τη θέση του στην εαρινή ισημερία, ο χειμώνας δίνει τη θέση του στην άνοιξη, η νύχτα στη μέρα, ο βλαστός στο άνθος και ο πάγος (της φωτογραφίας) στο νερό, δημιουργώντας μας την (ψευδ)αίσθηση του κυκλικού χρόνου. Ο κόσμος καταστρέφεται και ξαναγεννιέται σε ένα αέναο παιγνίδι Δημιουργίας χωρίς αρχή και τέλος.

 

Και πως άλλωστε θα μπορούσε να είναι διαφορετικά αφού το χρόνο, ως συμβατικό κατασκεύασμα, θα ήταν ανοικονόμητο να τον τεμαχίζουμε και να τον μετράμε σε με μια ατέλειωτη γραμμική πορεία, ενώ αντιθέτως μετρήσιμος χρόνος είναι ο κυκλικός χρόνος. Για τους ορφικούς και τους στωικούς ο Χρόνος ταυτίζεται με τον Κρόνο, επειδή φθείρει και εξαφανίζει ό,τι γεννά, όπως ο θεός κατάπινε τα παιδιά του. Οι ανατολικές φιλοσοφίες διείδαν απο παλιά την αδιάσπαστη ενότητα χώρου και χρόνου, κάτι που ο Αϊνστάιν, στις αρχές του 20ου αιώνα, επιβεβαίωσε με την Ειδική Θεωρία της Σχετικότητας, προσθέτοντας στον τρισδιάστατο μέχρι τότε γνωστό κόσμο μια τέταρτη διάσταση, αυτή του χρόνου και δημιουργώντας έτσι το χωρόχρονο. Μέσα σε αυτόν κολυμπάμε, ανήξεροι, ανήμποροι και ανυποψίαστοι, μετρώντας δευτερόλεπτα, λεπτά, ώρες, ημέρες, μήνες, χρόνια, αιώνες. Αλλάζουμε χρόνο, γιορτάζουμε Πρωτοχρονιές, μη γνωρίζοντας τελικά αν ο δρόμος έχει τελειωμό ή απλώς αν ανεβάζουμε την πέτρα στην κορυφή και εκείνη ξανακυλάει στη ρίζα του βουνού, σ’ ένα παιγνίδι χωρίς αρχή και τέλος.

 

ΝΤΙΝΟΣ ΓΙΩΤΗΣ

 

Σημείωση: το παρόν κείμενο γράφτηκε τον Δεκέμβριο 2009 (τεύχος 49 της ARTA PRESS)