Οι λέξεις ξεκουράζονται πάνω στο σώμα της φράσης. Είμαι εδώ για να γράφω γιατί είμαι μικρός, λειψός και ανόητος. Χορηγός της δυστυχίας, εθελοντής στη μοναξιά, βοηθός της λύπης. Στον ποιητή κοντά του είναι μόνο ο Θεός. Γράφω γιατί δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά, γιατί είναι η προσευχή μου, η μετάνοια μου, η δύναμη που παίρνω για να αντέξω αυτό το σιχαμερό κόσμο που εκκρίνεται και καταστρέφει τον εαυτό του. Και όλα αυτά συμβαίνουν, γίνονται, για να τριγυρνώ τις νύχτες σε σκοτεινά δωμάτια και να δοκιμάζω τις αντοχές μου, να μεταλλάσσομαι σε τρομοκράτη της σκέψης, σε επαναστάτη των επιθυμιών, σε στασιαστή της ζωής. Το φως για μένα δεν είναι λευκό, κίτρινο ή ξανθό, είναι η κολυμπήθρα που θα ξεπλυθώ από τις αμαρτίες του σκότους μου. Η ποίησή μου στην αρχή είναι «πράσινη», άγουρη θα χρειαστεί να περάσει καιρός για να ετοιμαστεί, να γίνει έτοιμη προς βρώση και τότε λίγοι θα τη γευτούν, πολλοί θα την κατασπαράξουν. Ο ποιητής αγαπάει δεν τον αγαπούν αλλά ούτε και τον μισούν, απλώς τους είναι αδιάφορος. Ο ποιητής αγαπάει να ξοδεύεται, να σπαταλιέται γιατί δεν δίνεται αλλιώς, γιατί διαφορετικά είναι χαμένος, είναι στεγνός από ζωή. Γιατί η ζωή του είναι η έμπνευση. Κι ο ποιητής είναι η ζωή, γράφει, εμπνέεται από τον κόσμο που παρατηρεί τριγύρω του. Και η ποίηση είναι στην αρχή ένας εσωτερικός μονόλογος που εκπλήσσει, απορεί, θυμώνει, αντιστέκεται και τέλος λυτρώνει την ψυχή. Είναι το μόνο φίλτρο, το μόνο αντίδοτο στο δηλητήριο της πραγματικότητας. Όταν γράφεις ξεχνιέσαι, βρίσκεσαι στον τόπο που όλα μεταβάλλονται, μεταλλάσσονται, μια διαρκή, αέναη κίνηση συναισθημάτων που ξεπερνά τον μικρό εαυτό σου.